ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΜΟΥ

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

ΓΥΙΟΣ ΜΑΝΑ..ΝΥΦΗ.ΣΧΕΣΗ ΣΤΟΡΓΗΣ..




Ηταν ο φίλος μου ο Λευτέρης που μου τηλεφώνησε, για να μου πεί οτι η μητέρα ενός κοινού μας φίλου, ήταν άρρωστη, κι αν είχα κάποια εναλλακτική πρόταση, στην επέμβαση που ειχαν προγραμματίσει για τους επόμενους μήνες..Ευτυχώς το πρόβλημα ήταν απλό. Η λύση ( αναίμακτη ) δόθηκε σύντομα, κι έτσι η κουβέντα μας πήγε σε...ουσιαστικότερα πράγματα.
Σαν κι αυτά, ας πούμε, των σχέσεων μεταξύ νύφης και πεθεράς...για τις οποίες, σχέσεις, έχουν γραφτεί πάρα πολλά..αστεία ..αλλά και σοβαρά..πολύ σοβαρά, τόσο που φαίνονται όχι αληθινά...πράγματα..

Ομως υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις...σαν κι αυτή που θα σας διηγηθώ.
Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν, ήταν ένα ζευγάρι, σαν όλα τα ζευγάρια, μόνο που στο συγκεκριμμένο, επικρατούσε μια απέραντη κατανόηση, πέραν της αμοιβαίας αγάπης, μεταξύ των συζυγων. Ετσι μια μέρα , η σύζυγος πρότεινε στον αγαπημένο της κάτι , προφανώς, απίστευτο.Του είπε λοιπόν:
¨Γνωρίζω πολύ καλά πως την αγαπάς...¨
κι επειδή η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της λίγο χρόνο...

Τί ειναι αυτά που λές τώρα, αντέτεινε ο σύζυγος Εγώ εσενα αγαπώ μόνο...
Το ξέρω καλέ μου, όμως το ίδιο ξέρω πως Εξίσου αγαπάς... κι Εκείνη...
 

¨Εκείνη, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η.. μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια..σχεδόν απο 45 της. Βλέπεις ο πατέρας μου, ήταν κατα πολύ μεγαλύτερός της. Θα μου πείτε συνηθισμένη ιστορία...Ναί ίσως να είναι, ίσως και πάλι να μην είναι..Συνεχίζω..
Οι απαιτήσεις της οικογένειάς μου, με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που...κι ας έμενε πολύ κοντά στο κατάστημά μου..
 
Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα ...έξω σε δείπνο και μετά για θέατρο, που ήξερα οτι τόσο της άρεσε.
‘Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.

Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που παίρνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως... αρχή κακών πραγμάτων.

‘Οχι βρε μάνα,Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’ της απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι… Τί λες;’
¢
Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’

 

Εκείνη την Παρασκευή, καθώς περπατούσα απ το κατάστημά μου στο διαμέρισμά της ,για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ισως ο εκνευρισμός που προηγείται ενός..περίεργου ραντεβού… Πράγματι, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!

Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό παλτό της, με περιποιημένα, όπως πάντα, τα μαλλιά της ( δεν θυμόμουνα ποτέ τη μάνα μου απεριποίητη κι αναμαλλιασμένη..) και ήταν ντυμένη με το φόρεμα με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως, όπως το πρόσωπο ενός πολύ ευτυχισμένου ανθρώπου...

‘Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου, και όλες τους συγκινήθηκαν’ μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου.


Πήγαμε σε ένα εστιατόριο απλό, αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο σαν να ήταν ΄Η Πρώτη Κυρία της χώρας.΄
Μόλις καθήσαμε, της διαβάσα εγώ τον κατάλογο με τα φαγητά.
Το έκανα διακριτικά, χωρίς να την κοιτάζω, γιατί τα μάτια της είχαν γεμίσει απο δάκρυα ευτυχισμένης...απόγνωσης...Καθόλου τυχαία, καθυστέρησα αρκετή ώρα, κοιτάζωντας τον κατάλογο, και μονολογώντας δυνατά για να με ακούει, γιατί τελευταία, και λόγω ηλικίας, είχε πια περάσει τα 80, δεν άκουγε και πολύ καλά..Αφού την άφησα να στεγνώσει διακριτικά με το μαντήλι της ( πάντα χρησιμοποιούσε μαντήλια η μάνα μου, κι όχι αυτά τα απαίσια χαρτομάντηλα..)

Οταν σήκωσα το πρόσωπό μου, είδα τη μαμά μου απ την άλλη άκρη του τραπεζιού να με χαζεύει. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.

‘Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι;’

‘Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να  ¨ξεκουραστείς¨ και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη’ απάντησα..και όχι μόνο αυτή , κι ότι άλλο θελήσεις..Και να ξέρεις πως η Ευδοκία σ αγαπά πιό πολύ απο έμένα..( Ευδοκία ηταν η γυναίκα μου, και δεν έλεγα ψέμματα..)

 

Κατά τη διάρκεια του δείπνου μας, είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση.. Οχι τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας τη μέρα του.

Μιλούσαμε για ώρες, έτσι που τελικά χάσαμε την παράσταση στο θέατρο, μόνο που ούτε κάν το σχολίασε κανένας απ τους δυό μας...
¨Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρόταση¨ μου είπε η μητέρα μου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι της, κυριολεκτικά κρεμασμένη πάνω μου... Την φίλησα, την αγκάλιασα.. την χάϊδεψα, και την έβαλα στο κρεββάτι της, κι ύστερα έφυγα μ ανάμεικτα συναισθήμτα, πάντως γεμάτος απο μιάν απροσδιόριστη χαρά...

 



¨Πώς πήγε το ραντεβού;¨ ρώτησε με συμπάθεια η γυναίκα μου, μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.
¨Πολύ όμορφα, σ΄ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ΄ό,τι περίμενα.¨ της απάντησα.





 


Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου ¨έφυγε¨ από ανακοπή της καρδιάς...ενώ κοιμόταν.
Το πρόσωπό της είχε ένα γαλήνιο υπομειδίαμα, ενώ τα πονεμένα πράσινα μάτια της ηταν απαλά κλειστά, ήρεμα χωρίς την παραμικρή σύσπαση, είπε ο γιατρός που εξέδωσε το πιστοποιητικό του θανάτου.
Φίλος απο παλιά, με δάκρυα στα μάτια του, μου είπε, οτι αν δεν το απαγόρευε ο Νόμος , θα έγραφε στο πιστοποιητικό οτι πέθανε απο απόλυτη ευτυχία..γιατί τίποτα πάνω της δεν ήταν σφιγμένο..
 Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.

 

Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:

Το Δείπνο Είναι Προπληρωμένο. Ήμουν Σχεδόν Βέβαιη Πως Δεν Θα Μπορούσα Να Παρευρεθώ, Κι Έτσι Πλήρωσα Για Δύο Άτομα, Για Σένα Και Τη Καλή Γυναίκα Σου. Δεν Θα Μπορέσεις Ποτέ Σου Να Αισθανθείς Τί Σήμαινε Εκείνη Η Βραδιά Για Μένα. Σ Αγαπώ!’

 


Εκείνη και μόνο εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα βαθειά μέσα μου.. τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως
¨σ αγαπω¨.
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα του να δίνουμε σ αυτούς που αγαπάμε..ή αγαπούσαμε το χρόνο που τους αξίζει.
Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια μας.
Ας Αφιερώσουμε λοιπόν λίγο χρόνο σ΄αυτούς που αγαπούμε ,  ή που έχουμε  απομακρύνει απ τη ζωή μας για διάφορες αιτίες.. γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν.
Εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, τούτη την ώρα...
Εάν ζει η μητέρα σου.. Απόλαυσε τη στιγμή.


Εάν δεν ζει.. Να τη θυμάσαι..
Και μην ξεχνάς:

Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί!

Ούτε μπορεί να γυρίσει πίσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου